~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.............................Σελίδες για τη ζωή, το έργο, του στοχαστή, κοινωνιολόγου και φιλοσόφου, της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"......
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

......Αδύνατο να μάθεις τα φρονήματα, τη σκέψη, την ψυχή του κάθε ανθρώπου προτού πάρει στα χέρια του εξουσία. - Σοφοκλής(Αντιγόνη)

Μετάφραση [Translate]

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Φρανσουά Ντος - "Μια ζωή" βιογραφία του Κορνήλιου Καστοριάδη


        Δοκίμια              

Το πορτρέτο του Καστοριάδη

Η ανάλυση της σκέψης του κορυφαίου στοχαστή και λεπτομέρειες από τη ζωή του από τον καθηγητή της Ιστορίας των Ιδεών Φρανσουά Ντος





~~~~~~~~~~~
Francois Dosse
Καστοριάδης. Μια ζωή

Μετάφραση Ανδρέας Παππάς.
Εκδόσεις Πόλις, 2015, σελ. 616, τιμή 22 ευρώ


Αν αναρωτιέται κανείς πώς ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχασε όχι μόνο τα μαλλιά του αλλά και όλη την τριχοφυΐα του, την απάντηση θα τη βρει στην ογκώδη βιογραφία του από τον Φρανσουά Ντος, καθηγητή της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Paris XII-Creteil. Δεν θα βρει όμως μόνο παρόμοιες λεπτομέρειες που σχετίζονται με έναν από τους εμβληματικότερους διανοουμένους που έγραψαν στη γαλλική γλώσσα τον αιώνα που μας πέρασε.
Αλλά η λεπτομέρεια είναι ενδεικτική της πληρότητας που χαρακτηρίζει τη βιογραφία του Ντος, που μας προσφέρει το ολοκληρωμένο πορτρέτο του Καστοριάδη παρακολουθώντας τη ζωή του. Από το πώς έφτασε στη Γαλλία με τους υποτρόφους του Ματαρόα, πώς συνδέθηκε με το τροτσκιστικό κίνημα, πώς ίδρυσε το ιστορικό περιοδικό Σοσιαλισμός και βαρβαρότητα, πώς σε δύσκολους καιρούς άσκησε σκληρή κριτική στο σοβιετικό σύστημα, πώς μελέτησε την αθηναϊκή κοινωνία του 5ου αιώνα και αξιοποίησε τα διδάγματά της στην ανάλυση και στην κριτική του σύγχρονου κόσμου και πώς το έργο και η παρουσία του στον στίβο των ιδεών οδήγησαν στην ανάδυση της αντιαυταρχικής Αριστεράς. 
Δεν υπάρχει σοβαρή κοινωνιολογική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου χωρίς να παραπέμπει στο κλασικό πλέον βιβλίο του Καστοριάδη Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975). Ο Μάης του '68 τις δικές του απόψεις απηχούσε. Και το εύρος των ενδιαφερόντων του ήταν τεράστιο: από την κοινωνιολογία και την πολιτική κριτική ως την Ιστορία και την ψυχανάλυση. Η ανθρώπινη πλευρά του έχει επίσης ενδιαφέρον, όπως και οι διάφορες περιπέτειες του. Στη βιογραφία αυτή όμως έχουμε κυρίως την ανάλυση της σκέψης του κορυφαίου στοχαστή που παραμένει και σήμερα επίκαιρος. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο για μία από τις μεγάλες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής σκέψης που σημαδεύει και μια ολόκληρη εποχή.

_______________
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=761063
http://tetradia-social-sciences.blogspot.gr/

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Σαράντα χρόνια από τη «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας»

  κοινωνία, φιλοσοφία, Άνθρωπος   

kastoriadis.jpg


Το έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη που οικοδόμησε μια καινούργια αντίληψη για τον άνθρωπο, την Ιστορία και την κοινωνία
Η «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» (εφεξής ΦΘΚ), που καθιέρωσε τον συγγραφέα της ως έναν μεγάλο στοχαστή, είναι από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά έργα του 20ού αιώνα. Οταν κυκλοφόρησε (1975) χαρακτηρίστηκε «πνευματικός Μάης του ’68». Στις πεντακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες της οικοδομείται μια καινούργια αντίληψη για τον άνθρωπο, την Ιστορία και την κοινωνία, μια καινούργια οντολογία. Για να οικοδομηθεί όμως αυτή έπρεπε πρώτα να ανατρέψει τις βασικές θέσεις της κληρονομημένης ελληνοδυτικής σκέψης, από τις απαρχές της στην αρχαία Ελλάδα και, διά μέσου των Καντ, Χέγκελ και Μαρξ, να φτάσει έως τον Χάιντεγκερ, τις θεωρίες των στρουκτουραλιστών και των φονξιοναλιστών του 20ού αιώνα.
Η μελέτη της ΦΘΚ είναι σημαντική, όχι για μουσειακούς ή ιστορικούς λόγους, αλλά για ουσιαστικούς, αφού οι αναλύσεις της δεν έχουν απολέσει το παραμικρό από τη δύναμή τους και την ικανότητά τους για κατανόηση της πραγματικότητας και της ιδεολογικής της εικόνας. Τα κύρια αντικείμενα του βιβλίου είναι η Ιστορία, η κοινωνία και η κοινωνική-ιστορική θέσμιση. Τα ζητήματα αυτά έχουν τεράστια σημασία για την πολιτική αντίληψη των ανθρώπων, την πολιτική τους χειραφέτηση και το πράττειν τους, για τη συγκρότηση ενός απελευθερωτικού δημοκρατικού προτάγματος.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου (1965) ο Κορνήλιος Καστοριάδης ασκεί κριτική στη θεωρία του Μαρξ και ανασκευάζει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του, που επικράτησαν επί δεκαετίες και καθόρισαν την πολιτική σκέψη και πρακτική. Aποδεικνύει πως ο «ιστορικός υλισμός» είναι ανίκανος να κατανοήσει την κοινωνία και την Ιστορία, διότι συνδέει μηχανικώς τις τεχνικο-οικονομικές συνθήκες με τη δημιουργία της κοινωνίας και των θεσμών, θεωρεί την ανάπτυξη της τεχνικής και της οικονομίας ως κινητήρα της Ιστορίας, καταλήγοντας έτσι σε έναν ατελέσφορο οικονομισμό, αφού αποκλείει τον ανθρώπινο παράγοντα.
Ενα άλλο αρνητικό σημείο της μαρξικής θεωρίας είναι η απολυτοποίηση των λογικών κατηγοριών που εισήγαγε για να αναλύσει την κοινωνία του 19ου αιώνα. Επέβαλε δηλαδή σε όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους τις κατηγορίες αυτές και κυρίως τον οικονομικό παράγοντα. Νόμιζε έτσι ο Μαρξ πως ανακάλυπτε τους «νόμους» της Ιστορίας. Αμεση συνέπεια ήταν η απολυτοποίηση της θεωρίας και ο εγκλωβισμός της πραγματικότητας σ’ αυτήν: αντί να συμβάλει στον μετασχηματισμό του κόσμου και όχι στην ερμηνεία του (όπως ήθελε ο Μαρξ στην 11η θέση για τον Φόιερμπαχ), η θεωρία κατάντησε μία ερμηνεία, και μάλιστα η μοναδική «αληθινή» ερμηνεία του κόσμου, η οποία διαβεβαιώνει πως ο κόσμος πρέπει να μετασχηματιστεί προς την κατεύθυνση που η μαρξική θεωρία ορίζει (θεωρητικοκρατία). Ετσι η πολιτική μετατράπηκε σε τεχνική υπόθεση των κομματικών γραφειοκρατών.
Εν συνεχεία ο Καστοριάδης προσπαθεί να απελευθερώσει τη θεωρία και την πράξιν από τα ιδεολογικά δεσμά του μαρξισμού, να τους ξαναδώσει τη ζωντάνια και τη δύναμη, προκειμένου να γίνει δυνατός ένας νέος στοχασμός για την κοινωνία, την Ιστορία και την πολιτική. Ειδικώς, διασαφηνίζει τους όρους που αποτέλεσαν το ιερό πιστεύω των μαρξιστών και των κομμουνιστών, όπως «επανάσταση» και «σοσιαλισμός», και τους δίνει ένα ειδικό νόημα που δεν έχει καμία σχέση με το νόημα που είχαν την εποχή εκείνη (δεκαετίες ’50 και ’60), ούτε με το αγοραίο νόημα που έχουν σήμερα, στην ιδεολογία των σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών ή αριστερίστικων σχηματισμών.
Στο μεταγενέστερο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι επίμαχοι όροι έχουν απαλειφθείκαι αντικατασταθεί από άλλους. Ηδη από τη δεκαετία του 1950 ο Καστοριάδης έχει συλλάβει και επεξεργαστεί την έννοια της αυτοοργάνωσης, της αυτοκυβέρνησης και της αυτονομίας των ανθρώπων, δηλαδή την άμεση δημοκρατία, την οποία αντιπαραθέτει στις ολιγαρχικές γραφειοκρατίες Ανατολής και Δύσεως.
Στη βάση αυτή η κοινωνική-ιστορική θέσμιση είναι αποτέλεσμα του ανθρωπίνου πράττειν, οπότε το ερώτημα που εγείρεται είναι: Πού στηρίζεται αυτό το πράττειν; Σε αυτό το βασικό ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει η ΦΘΚ εισάγοντας μια νέα οντολογία με κύριο άξονα τη φαντασία, το ριζικό φαντασιακό, το οποίο είναι στη βάση κάθε ανθρώπινης δημιουργίας -από το άτομο και την ψυχή έως την κοινωνία και την Ιστορία.
Ετσι η κοινωνία είναι αυτοθέσμιση, και δη φαντασιακή, με την έννοια ότι η ίδια δημιουργεί το είναι της όχι ορθολογικώς ή αντιγράφοντας την πραγματικότητα, αλλά επινοώντας και δημιουργώντας καινούργιες μορφές και θεσμούς που δεν είχαν προϋπάρξει πουθενά αλλού. Ομοίως η Ιστορία είναι ποίησις, γένεση οντολογική νέων ειδών, νέων μορφών, δημιουργία «εκ του μηδενός» –χωρίς αυτό να σημαίνει δημιουργία «εντός του μηδενός» και «με το μηδέν». Η κοινωνία και η Ιστορία είναι ανθρώπινες φαντασιακές δημιουργίες και όχι αποτελέσματα αδήριτων ιστορικών νόμων.
Με τον τρόπο αυτό ο Καστοριάδης προβαίνει στην ανάδειξη ενός νέου οντολογικού τρόπου τού είναι, του κοινωνικού-ιστορικού, που είναι δημιούργημα του κοινωνικού φαντασιακού, της θεσμίζουσας κοινωνίας και συγκροτείται από τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Αυτές δημιουργούν τους θεσμούς, την οργάνωση και τη συνοχή της κοινωνίας. Οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες αποτελούν οντολογικές δημιουργίες οι οποίες δεν μπορεί να εξηγηθούν με βάση τις κατηγορίες της κληρονομημένης σκέψης, δηλαδή τις κατηγορίες της καθοριστικότητας, της αιτιότητας και της λογικής συναγωγής.
Τα μόνα σχήματα και εργαλεία που έχει η σκέψη αυτή για να συλλάβει το κοινωνικό-ιστορικό είναι το υποκείμενο (συνείδηση), το αντικείμενο (πράγμα) και η έννοια (ιδέα). Γι’ αυτό και η σκέψη αυτή στάθηκε ανίκανη να συλλάβει τον ιδιαίτερο τρόπο τού είναι του. Το κοινωνικό-ιστορικό δεν είναι ούτε υποκείμενο, ούτε πράγμα ούτε έννοια, αλλά ούτε και σύνολο υποκειμένων, πραγμάτων ή εννοιών -είναι μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών. Αυτήν τη φαντασιακή διάσταση υποτίμησε και ακρωτηρίασε η κληρονομημένη σκέψη από την αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα, διότι εξέλαβε τη σκέψη μόνο υπό μία διάσταση, την ορθολογική, υποταγμένη στον Λόγο.
Η φαντασιακή διάσταση ως δυνατότητα ταυτοχρόνως και του ατόμου και του κοινωνικού-ιστορικού ανοίγει τον ορίζοντα στη δημιουργία, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την ανάλυση του χρόνου ως δημιουργία, ως δημιουργία του άλλου, της ετερότητας και όχι ως απλή διαδοχή καθορισμένων οντοτήτων, όπως ήταν στην κληρονομημένη σκέψη. Αυτή τη φιλοσοφική διάσταση συμπληρώνει η ΦΘΚ με την κοινωνιολογική-ψυχαναλυτική ανάλυση για το πώς θεσμίζεται ιστορικώς το άτομο, για το πώς συμβαίνει ο εκ-κοινωνισμός της ψυχής, που αφορούν την ατομική φαντασία.
Εδώ βρίσκεται ακόμη μία ιδιαίτερη συμβολή του Καστοριάδη, διότι αναπτύσσει περαιτέρω τη θεωρία της μετουσίωσης που είχε ξεκινήσει ο Φρόιντ. Η μετουσίωση είναι η διαδικασία με την οποία η ψυχή εξαναγκάζεται να αντικαταστήσει τις δικές της ενορμήσεις και επιθυμίες με αντικείμενα που υπάρχουν μέσα στην κοινωνική θέσμιση, να «επενδύσει» δηλαδή σε κοινωνικές και ιστορικές σημασίες.
Οι αναλύσεις της ΦΘΚ προσφέρουν έναν άλλον τρόπο τού είναι, που δεν είναι ούτε άτακτο χάος, ούτε πλήρως και καλώς καθορισμένο σύνολο, ούτε ουσία ή σύστημα ουσιών. Είναι μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών με χαρακτηριστικά το άνοιγμα και τη ρήξη, που κάνουν δυνατή τη δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας, μιας αυτόνομης κοινωνίας, αφού αυτή εξαρτάται από τη θέληση, από τη δράση και τη φαντασία των ανθρώπων, από την κοινωνική συλλογικότητα που δύναται να θέσει το δημοκρατικό πρόταγμα.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική πλευρά που αναδεικνύει ο Καστοριάδης: η πράξις, η οντοπραξία. Η δημοκρατία, όπως και η φιλοσοφία, αμφισβητεί το ιερό και το θέσφατο, το δεδομένο, το θεσμισμένο και το κυρίαρχο. Αυτή είναι η πρώτη και η ιδρυτική πράξη της ελευθερίας. Αυτή όμως είναι αδιανόητη χωρίς την απελευθέρωση από κλειστές θεωρίες και εσχατολογικές ιδεολογίες. Είναι αδύνατη χωρίς απαλλαγή από μεταφυσικές αντιλήψεις και θρησκευτικές αυταπάτες ανταμοιβής μετά θάνατον, χωρίς απεγκλωβισμό από κόμματα, γραφειοκρατίες και αντιπροσωπεύσεις.
*δρος Φιλοσοφίας
_____________

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία


Παλαιά φιλοσοφική συνήθεια: Είμαι υποχρεωμένος να σταματήσω κατ’  αρχάς στους όρους με τούς όποιους τίθεται το πρόβλημα. Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία που έχει γίνει, αλλά και την ιστορία που γίνεται, όπως και την ιστορία που απομένει να γίνει. Αυτή ή ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι ή εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Η ιστορία είναι ο χώρος όπου το ανθρώπινο ον δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. 

Του Κορνήλιου Καστοριάδη
*Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο "Ο θρυμματισμένος κόσμος" που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον. Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης, στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.
Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. 'Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας- με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.
Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα.
Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.
Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).
Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ό ορισμός τού δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).
Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ό κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.
Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην ’Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα- είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών.
Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. 'Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης).
Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ό Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.
Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. ’Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ' των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους».
Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.
Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Ή λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»).
Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».
Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». ’Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.
Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.
Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.
Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.
Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.
Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. 
Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.

Κορνήλιος Καστοριάδης - Η άνοδος της ασημαντότητας


Ενώ ψάχνουμε τις χαμένες αξίες μήπως και ξαναστήσουμε αυτό τον κόσμο από την αρχή και επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας σε αυτόν; Ο Καστοριάδης μιλάει για τη μόνη αξία που επικράτησε στην σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία: την ανάπτυξη της παραγωγής και τον πλουτισμό. Ο μεγαλύτερος έλληνας στοχαστής και φιλόσοφος του 20ου αιώνα με μεγάλη διορατικότητα μιλάει για την προσπάθεια όλων, από τον μισθωτό ως τον καπιταλιστή «να φάνε όσα περισσότερα μπορούν»,για το πρόβλημα της «διαφθοράς», για την ευσυνειδησία, για το πώς ο μόνος φραγμός στις πράξεις μας έγινε ο φόβος και όχι οι προσωπικές μας αξίες.
Σε μια Ελλάδα της «κρίσης» όπου μόνος στόχος είναι η «ανάπτυξη της οικονομίας», χωρίς κοινωνικά αντανακλαστικά, φωνές σαν του Καστοριάδη ακούγονται πιο επίκαιρες από ποτέ και βοηθούν να φτάσουμε στην «ουσία» που όλοι τεχνηέντως αποφεύγουν.

Μπορείτε να διαβάσετε εδώ το βιβλίο του "Η Άνοδος Της Ασημαντότητας"

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Κορνήλιος Καστοριάδης Το θάρρος της ελεύθερης αναζήτησης

ένθετο «ΝΗΣΙΔΕΣ»-Η Εφημερίδα των Συντακτών 

Επιστρέφουμε σε έναν σημαντικό στοχαστή επειδή βρίσκουμε στο έργο του πολύτιμα στοιχεία και ιδέες, που μας βοηθούν να κατανοήσουμε όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας και να προσανατολιστούμε στις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις του παρόντος.

Toυ Θανάση Γιαλκέτση*


Εχουν περάσει 18 χρόνια από τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη, αλλά η κριτική διαύγεια της σκέψης του δεν έχασε τη δύναμή της στο πέρασμα του χρόνου. Οποιος διαβάζει σήμερα τα βιβλία του υποχρεώνεται να αναγνωρίσει ότι υπήρξε ένα από τα πιο θαρραλέα, τα πιο δημιουργικά, τα πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα πνεύματα του καιρού του. Στις σελίδες τους βρίσκουμε απορίες, ερωτήματα και απαντήσεις για πολλά από τα προβλήματα που μας απασχολούν ζωηρά και σήμερα, όπως είναι για παράδειγμα η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, το ζήτημα της εξουσίας και της ελευθερίας, η κατάσταση της φιλοσοφίας και των επιστημών, η επικράτηση του γενικευμένου κομφορμισμού, η άνοδος της ασημαντότητας κ.ά.
Σε ένα «Λεξικό των Γάλλων διανοουμένων» (Dictionnaire des intellectuels français, Seuil, 1996) διαβάζουμε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη: «Στοχαστής πληθωρικά παραγωγικός, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν έπαψε να διατηρεί ακέραιη μιαν επαναστατική βούληση, ακόμα και όταν γινόταν ο πιο αυστηρός επικριτής των ολοκληρωτικών παρεκκλίσεων. Οποιο και αν είναι το πεδίο στο οποίο ασκεί τη διαυγή του κρίση, προσπαθεί να απελευθερώσει τις δυνατότητες του θεσμίζοντος και της φαντασίας από τα βάρη ή από τις λογικές της εξουσίας και του εμπορεύματος στις οποίες είναι προσκολλημένες.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1922, σπούδασε δίκαιο, οικονομία και φιλοσοφία στην Αθήνα. Στη διάρκεια του πολέμου στρατεύτηκε στην Αντίσταση και, καθώς ήταν τροτσκιστής, αντιτάχθηκε στη θέληση των σταλινικών κομμουνιστών για ηγεμονία. Μετά την Απελευθέρωση, θα μεταναστεύσει στη Γαλλία. Εκεί θα συνδεθεί με το τροτσκιστικό κίνημα, όπου θα συναντήσει τον Κλοντ Λεφόρ, με τον οποίο θα δημιουργήσουν μια τάση που θα έρθει σε ρήξη με τον τροτσκισμό και θα συγκροτήσει την οργάνωση “Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα”, το 1948. Ο Καστοριάδης είναι από τότε ένας από τους κύριους εμπνευστές αυτής της ομάδας, με το ψευδώνυμο Πιερ Σολιέ, καθώς αρχίζει να εργάζεται ως οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1970. Στην ομάδα “Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα” προτείνει μιαν ανάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ως μορφής κρατικού καπιταλισμού, που έχει έρθει βέβαια σε ρήξη με την ατομική ιδιοκτησία, αλλά όχι με τις επικρατούσες μορφές εξουσίας και κυριαρχίας, τις οποίες αντίθετα έχει ενισχύσει. Αναπτύσσοντας μια κριτική του μαρξισμού βασιζόμενη στην ανικανότητά του να αναλύσει το ζήτημα της εξουσίας, προτείνει τον αναπροσανατολισμό της επαναστατικής δράσης προς την υπόθεση μιας άλλης δόμησης της εξουσίας.
Δεν αρνιέται όμως την ιδέα της επαναστατικής οργάνωσης, της οποίας η ομάδα “Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα” θέλει να είναι η προεικόνιση, μέχρι τη διάλυσή της, το 1966. Αυτή η πρωταρχική σημασία που αποδίδεται στο ζήτημα της εξουσίας θα τον οδηγήσει αργότερα να προσεγγίσει τις αναλύσεις της Χάνα Αρεντ, τόσο σε ό,τι αφορά την κριτική της στον ολοκληρωτισμό όσο και την απαιτητική της αντίληψη του ενεργού πολίτη, αντίληψη που σημαδεύεται από την ισχυρή επιρροή του αρχαιοελληνικού μοντέλου και από την εμπειρία των επαναστάσεων της νεότερης εποχής. Ο Καστοριάδης αναφέρεται σε μια ενεργητική πολιτική της θέσμισης ως κινήματος εναντίον της επαναφομοίωσης από την κατεστημένη εξουσία. Διατυπώνει έτσι ένα ιδεώδες αυτονομίας που ισχύει τόσο για τις κοινωνίες όσο και για το άτομο. Σε ό,τι αφορά το άτομο, η αναζήτηση της αυτονομίας θα πάρει τους δρόμους της ψυχανάλυσης, για την οποία ο Καστοριάδης θα εκδηλώσει αυξανόμενο ενδιαφέρον, σε σημείο που θα γίνει ο ίδιος ψυχαναλυτής το 1973, σε αυτό που συγκροτείται τότε με το όνομα “Τέταρτη ομάδα”. Οσο για την αυτόνομη κοινωνία, παίρνει κατ’ αυτόν την όψη της αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας, η οποία του φαίνεται ότι βρίσκεται στους αντίποδες όχι μόνον των ολοκληρωτικών καθεστώτων αλλά και των μορφών ιεραρχίας και ανάθεσης της εξουσίας που λειτουργούν στις καπιταλιστικές κοινωνίες.
Διευθυντής σπουδών, μετά το 1980, στην École des hautes etudes en sciences sociales, ο Καστοριάδης θα συνεχίσει να αναπτύσσει μια κριτική ανάλυση της κοινωνίας βασιζόμενη σε μιαν επαναστατική και όχι φιλελεύθερη επιλογή, σε αντίθεση με τις πολυάριθμες κριτικές του ολοκληρωτισμού που θα αποκαταστήσουν τον φιλελευθερισμό. Ειδικά η κριτική του στην κυριαρχία θα στραφεί προς την κατεύθυνση μιας κριτικής στην τεχνοεπιστήμη και στον τρόπο με τον οποίο αυτή μεταμφιέζει τις κοινωνικές επιλογές σε αντικειμενικούς καταναγκασμούς. Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, θεωρούσε ότι οι δυνατότητες της αυτονομίας υποκινούνταν καλύτερα με την προσφυγή στο φαντασιακό και αφιέρωσε τις προσπάθειές του στην επεξεργασία μιας θετικής θεωρίας της φαντασίας, επανεξετάζοντας γι’ αυτόν τον σκοπό τη φιλοσοφική παράδοση και ιδιαίτερα το έργο του Αριστοτέλη. Εδωσε μια αυστηρή και αμφισβητούμενη ανάλυση του εκπνέοντος σοβιετικού κομμουνισμού, με τη μορφή μιας κυριαρχίας της στρατιωτικής εξουσίας, της στρατοκρατίας.
Πολιτικός στοχαστής που προέρχεται από τον μαρξισμό, ο Καστοριάδης είναι ένας από εκείνους που συνέβαλαν καλύτερα σε μιαν ανανέωση της σύγχρονης σκέψης, με μια διανοητική περιέργεια σε συνεχή εγρήγορση, συνοδευόμενη από μια μέριμνα κριτικής επαγρύπνησης που ποτέ δεν αφοπλίστηκε».
Τιμάμε έναν στοχαστή όταν συζητάμε για το έργο του, όταν αναμετριόμαστε κριτικά με το πνευματικό του κληροδότημα, όταν προσπαθούμε να βρούμε και να αναδείξουμε αυτό που παραμένει ζωντανό και ανανεωτικό από τη σκέψη του. Σε αυτό κατατείνουν τα κείμενα αυτού του μικρού αφιερώματος, που έγραψαν για την «Εφημερίδα των Συντακτών» γνωστοί μελετητές του έργου του Κορνήλιου Καστοριάδη.


Πηγή: efsyn.gr

Κορνήλιος Καστοριάδης [1922 - 1977]

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Γεννήθηκε στην  Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922 – και έφυγε από την ζωή στο Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος, επαγγελματίας ψυχαναλυτής από το 1973 και διευθυντής σπουδών στην Ανώτατη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20 ου αιώνα.

Βιογραφία

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα

Γεννήθηκε το 1922 στην Κωνσταντινούπολη και την ίδια χρονιά, ένα μήνα πριν τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια του μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σημαντικές ήταν οι επιρροές από το οικογενειακό του περιβάλλον. Ο πατέρας του, είχε λατρεία για τη μόρφωση, ήταν άθεος και αντιβασιλικός. Η μητέρα του, είχε ιδιαίτερη μόρφωση, λάτρευε τη μουσική. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης άρχισε να διαβάζει φιλοσοφία απ'την ηλικία των 11-12 ετών, ενώ πρωτοήρθε σε επαφή με την μαρξιστική σκέψη σε ηλικία 13 ετών, οπότε και γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του τόσο για την σκέψη όσο και για την πολιτική. Μεταξύ του 1932 και του 1935 διδάχθηκε γαλλικά από την Σαβίτρι Ντέβι, με την οποία διατήρησε φιλικές σχέσεις.[1] [2]
Η πρώτη ενεργός ανάμειξη και δραστηριοποίηση του στην πολιτική, ήρθε όταν επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην ΟΚΝΕ. Ενεγράφη στο κομμουνιστικό κόμμα και το 1941 και λίγο μετά την αρχή της κατοχής συγκρότησε μαζί με άλλους νέους μία ομάδα που εναντιωνόταν στο προσανατολισμό του ΚΚΕ. Το 1943 προσχώρησε στην τροτσκιστική ομάδα του Άγι Στίνα, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη δίωξή του όχι μόνο από τους Γερμανούς αλλά και από το ΚΚΕ. Το 1944 γράφει τα πρώτα του κείμενα για τις κοινωνικές επιστήμες και τον Μαξ Βέμπερ (Max Weber), τα οποία δημοσιεύει στο περιοδικό Αρχείον Κοινωνιολογίας και Ηθικής[3]
Σπούδασε αρχικά νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά τα Δεκεμβριανά, αποδοκίμασε την στάση του ΚΚΕ και, στη συνέχεια, μετέβη με το υπό πορτογαλική σημαία πλοίο Ματαρόα από τον Πειραιά στο Παρίσι όπου έμελλε να εγκατασταθεί μόνιμα. Συνεπιβάτες σε αυτό το πλοίο και οι άλλοι δύο Έλληνες, μετέπειτα στοχαστές του Παρισιού, ο Κώστας Αξελός και ο Κώστας Παπαϊωάννου, που μαζί με διακόσιους ακόμα (ανάμεσα στους οποίους και οι: Μέμος Μακρής, Μιμίκα Κρανάκη) είχαν εξασφαλίσει, με την βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ (Octave Merlier), υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου από την γαλλική κυβέρνηση.

Στο Παρίσι

Στο Παρίσι έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις οποίες όμως άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται, ώσπου μετά το 1948 να εγκαταλείψει οριστικά το τροτσκιστικό κίνημα. Παράλληλα από την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970.
Το 1946 ξεκίνησε και η γνωριμία του με τον διανοούμενο Κλωντ Λεφώρ, με τον οποίο συγκρότησαν μία εσωτερική τάση στο PCI, από το οποίο αποχώρησαν το 1948 και ίδρυσαν την ομάδα Socialisme ou Barbarie («Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα»), η οποία από το επόμενο έτος μέχρι το 1965 εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό. Από τα κείμενα εκείνης της περιόδου προέκυψαν τα βιβλία: Η Γραφειοκρατική Κοινωνία (1973), Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος (1974), Το Περιεχόμενο του ΣοσιαλισμούΣύγχρονος Καπιταλισμός και ΕπανάστασηΗ Γαλλική Κοινωνία (1979).
Μέσα από το συγκεκριμένο περιοδικό βρήκαν βήμα τα επόμενα χρόνια γνωστοί διανοούμενοι της Γαλλίας, όπως ο Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ και ο Γκυ Ντεμπόρ. Το περιοδικό κινείτο πέραν των τροτσκιστικών κύκλων και ήταν ιδιαίτερα επικριτικό στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Χαρακτηριστική της γραμμής του περιοδικού ήταν η ανάλυση του Καστοριάδη για το πολιτικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο το χαρακτήρισε καθεστώς "Γραφειοκρατικού Καπιταλισμού". Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η ρωσική επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα». Όσον αφορά τις «φιλελεύθερες δημοκρατίες» της Δύσης θεωρούσε ότι το κριτήριο ταξικής διαφοροποίησης είχε πάψει να είναι πλέον η κατοχή και ο έλεγχος των μέσων παραγωγής, αλλά η κατοχή και η ικανότητα άσκησης εξουσίας. Σταδιακά και προς τα τελευταία χρόνια της έκδοσης του περιοδικού ο Καστοριάδης απομακρύνθηκε από την μαρξιστική φιλοσοφία και θεωρία της Ιστορίας όσο και από την μαρξιστική οικονομική ανάλυση, πράγμα εμφανές στο κείμενο του «Μαρξισμός και επαναστατική κοινωνία» το οποίο αργότερα συμπεριελήφθη στο Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας.
Ενώ οι θέσεις και οι απόψεις του Καστοριάδη γνώρισαν μεγάλη απήχηση στους επαναστατικούς κύκλους πολλών χωρών της εποχής, ο ίδιος δεν είχε την ανάλογη αναγνώριση, καθώς ήταν αναγκασμένος να υπογράφει τα κείμενα του χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα (Pierre Chaulieu, Paul Cardan, Marc Noiraud κ.α). Αυτό συνέβαινε διότι δεν είχε γαλλική υπηκοότητα ή διαβατήριο ακόμη, με συνέπεια να βρίσκεται συνεχώς υπό τον φόβο της απέλασης στην Ελλάδα. Στις σελίδες του περιοδικού πρωτοεμφανίστηκαν και μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα της πρώτης περιόδου της σκέψης του, τα οποία αργότερα έμελλε να δημοσιευθούν μέσα από τις εκδόσεις βιβλίων του, όπως τα: «Η Γραφειοκρατική Κοινωνία», «Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος» και του ίσως σημαντικότερου έργου του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας».
Το 1967 η ομάδα του Socialisme ou Barbarie διαλύεται, ωστόσο όμως δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του '68. Το 1970 ο Καστοριάδης αποκτά την γαλλική υπηκοότητα και έτσι παύει πλέον ο συνεχής φόβος της απέλασης. Αυτή την περίοδο ο Καστοριάδης στρέφεται στην ψυχανάλυση, μάλιστα εργάζεται και ως ψυχαναλυτής ο ίδιος από το 1974, και γίνεται μέλος της επονομαζόμενης Τέταρτης Ομάδας, ενός κινήματος διαφωνούντων της σχολής του Λακάν (Jacques Lacan).
Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον το σύνολο της σκέψης του, πράγμα το οποίο τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό πλέον έργο του 'Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας'. Κεντρική θέση στην σκέψη του αποκτά η έννοια του Φαντασιακού, το οποίο θεωρεί ως το θεμέλιο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας. Ο Καστοριάδης αντιλαμβάνεται την κοινωνική διαφοροποίηση ως μια διαδικασία συνεχούς δημιουργίας ex nihilo σημασιών, νοημάτων, εικόνων οι οποίες θεσπίζονται και δομούν την εικόνα του κόσμου και της κοινωνίας κάθε εποχής. Ο Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε ντετερμινισμού όσον αφορά την κοινωνική αλλαγή, οποιασδήποτε προδιαγεγραμμένης πορείας της κοινωνίας, καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού». Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν οι ίδιες τις φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λπ.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας την θέσμιση και την θεμελίωση τους σε εξω-κοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.
Το 1979 ο Καστοριάδης εξελέγη διευθυντής της Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales, όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο "Θέσμιση της κοινωνίας και ιστορική δημιουργία".
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κορνήλιος Καστοριάδης επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τονΒόλο το Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στις 24 Φεβρουαρίου 1993 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης απεβίωσε σε ηλικία 75 ετών, στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.
Το 2014 κυκλοφόρησε η βιογραφία του, Καστοριάδης - Μια ζωή (του FRANCOIS DOSSE)

Φιλοσοφία

Αυτονομία

Βασική θέση στο έργο του Καστοριάδη κατέχει η έννοια της "Αυτονομίας", σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που ο ίδιος αποκαλέστηκε και "Φιλόσοφος της Αυτονομίας". Ετυμολογικά βέβαια, η λέξη σημαίνει την πολιτική πράξη κατά την οποία μια κοινωνία δημιουργεί τους δικούς της νόμους και θεσμούς. Εκτός όμως από τους ίδιους τους νόμους, οι κοινωνίες έχουν και την ανάγκη της "νομιμοποίησης" αυτών, την απάντηση δηλαδή στο γιατί αυτοί οι νόμοι να είναι οι δίκαιοι. Προγενέστερες κοινωνίες νομιμοποιούσαν τους νόμους τους μέσα από την μεταφυσική, λέγοντας κυρίως ότι τους είχαν δοθεί από κάποιο θεό ή θεϊκό πρόγονο. Ο Καστοριάδης παρατήρησε ότι οι προσπάθειες αυτές για νομιμοποίηση είναι, ως επί το πλείστον τους, ταυτολογικές. Οι νόμοι της Παλαιάς Διαθήκης για παράδειγμα, νομιμοποιούνται από το Θεό, η ύπαρξη του οποίου βεβαιώνεται από το γεγονός ότι έδωσε αυτούς τους νόμους. Ο καπιταλισμός από την άλλη έχει σαν νομιμοποίηση του την "ορθολογικότητα" [4], το ότι δηλαδή αποτελεί ένα σύστημα στηριγμένο στη λογική. Παρομοίως όμως, ορίζει πρώτα το τι είναι λογικό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η μεγιστοποίηση ενός "προϊόντος" παραγωγής και η ελαχιστοποίηση ενός "κόστους", των οποίων τις έννοιες ορίζει και πάλι ο ίδιος. Ένας τέτοιος ορισμός της λογικής όμως δεν μπορεί να στηριχτεί ο ίδιος στη λογική, μιας και έχουν υπάρξει πολλές κοινωνίες, που σίγουρα δεν θα αποκαλούνταν "παράλογες", που τον αγνοούσαν πλήρως και έτσι απαιτείται να τον δεχτούμε ως παραδοχή. Μία δεύτερη νομιμοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος έχει επιχειρηθεί και με τη χρήση της Δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης των ειδών μέσω φυσικής επιλογής. Εδώ ο καπιταλισμός παρουσιάζεται ως "φυσικός", έχοντας δήθεν προέλθει από την ίδια διαδικασία που δημιούργησε και τον άνθρωπο. Ο Καστοριάδης, εκφράζοντας πρώτα την άποψη ότι η εφαρμογή της θεωρίας αυτής σε κοινωνικά μορφώματα είναι άτοπη, μας θυμίζει ότι η διαδικασία της εξέλιξης αφήνει πίσω της τον καταλληλότερου προς επιβίωση, με οποιοδήποτε μέσο, και όχι κάποιο ιδανικό αισθητικής ή δικαιοσύνης. Η νομιμοποίηση λοιπόν του καπιταλισμού είναι για άλλη μια φορά ταυτολογική, κάτι που δεν τον καθιστά αυτόματα λογικό ή φυσικό ως σύστημα.
Εδω παρατηρεί ότι πολλές κοινωνίες, τη στιγμή της δημιουργίας τους, παρουσιάζουν φαινόμενα αυτονομίας, όπως οι δημαρχιακές συναντήσεις πολιτών (town hall meetings) κατά την Αμερικανική Ανεξαρτησία και οι οργανώσεις πολιτών κατά την Κομμούνα του Παρισίου. Στην εξέλιξη τους όμως, τα συστήματα αυτά, δίνουν την νομοθετική εξουσία σε εκλεγόμενους άρχοντες με αποτέλεσμα την πλήρη αποξένωση του πολίτη από αυτήν. Κατά τον Καστοριάδη, μόνον η λεγόμενη εκτελεστική εξουσία που πρέπει να πράττει μόνο κατά κυριολεξία του όρου, εκτελώντας τα βουλεύματα του δήμου, μπορεί να μεταβιβάζεται σε ειδικούς ενώ οι υπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής, πρέπει να μένουν στα χέρια των πολιτών μέσω της άμεσης δημοκρατίας.
Σε αντίθεση αυτής της τάσης, οι Έλληνες κατά την αρχαιότητα ως πραγματικά αυτόνομη κοινωνία, γνώριζαν ότι οι νόμοι είναι ανθρώπινοι και κατ' ουσίαν αυτονομιμοποιούμενοι. Μπόρεσαν έτσι να τους αλλάζουν διαρκώς, συχνά με δημοκρατικά μέσα. Το ότι παρά τη συνειδητοποίηση αυτή, οι Έλληνες συνέχισαν να σέβονται και να υπακούουν τους νόμους τους, απέδειξε κατά τον Καστοριάδη ότι οι αυτόνομες κοινωνίες είναι δυνατές μέσα στην ιστορία σε αντίθεση με το επιχείρημα που παρουσιάζει τη θρησκεία ως αναγκαία προϋπόθεση για την διατήρηση της έννομης τάξης[5].

Φαντασιακή Θέσμιση της κοινωνίας

Ο Καστοριάδης πίστευε ότι η θέσμιση των κοινωνιών, είτε ως αυτόνομες είτε όχι, προϋποθέτει μια συγκεκριμένη σύλληψη του κόσμου και της σχέσης του ανθρώπου με αυτόν. Ο καπιταλισμός για παράδειγμα, αναδυόμενος μέσα από τη βιομηχανική επανάσταση, συλλαμβάνει έναν επιστημονικά ορισμένο κόσμο με μία κοινωνία βασισμένη σε αυτό που ο ίδιος ορίζει ως "ορθό λόγο" (λογική). Παραδόξως όμως, όπως επισημαίνει αναλυτικά στο πρωτοποριακό του έργο "Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας" [1975], ο Κομμουνισμός βασίζεται επίσης στην ίδια φαντασιακή σύλληψη, καθώς οραματίζεται με τη σειρά του μια κατ' ουσία βιομηχανική κοινωνία, όπου η ευημερία του ανθρώπου είναι υλικά μετρήσιμη και βελτιστοποιήσιμη μέσω της τεχνολογίας. Αποδέχεται έτσι τις ίδιες καπιταλιστικές κατηγορίες και ορισμούς, όπως το τι είναι "προϊόν", "κόστος" κλπ. Έτσι λοιπόν, η ιστορική εξέλιξη της Μαρξιστικής θεωρίας, όπως το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, δεν αποτελεί δολιοφθορά ή "έκπτωση" της αρχικής της ιδεολογίας αλλά η μοιραία της πραγμάτωση μέσα στο χρόνο. Η Ιστορία, δηλαδή, "δείχνει στα γεγονότα αυτό που ή θεωρητική ανάλυση δείχνει απ' την πλευρά της στις ιδέες: ότι το Μαρξιστικό σύστημα αποτελεί μέρος της καπιταλιστικής κουλτούρας" [6]
Στο σημείο αυτό, επανέρχεται στο θέμα της αρχαίας Ελλάδας όπου το θεμελιώδες φαντασιακό, όπως φαίνεται από τον Όμηρο και τον Ησίοδο στις αντίστοιχες κοσμογονίες τους, έχει τον κόσμο να γεννιέται από το Χάος. Σήμερα, και ενώ ο όρος αυτός έχει αναχθεί σε επιστημονική θεωρία (Θεωρίας του Χάους), ο Καστοριάδης προτιμά τον ορισμό του ως "τίποτα"[7]. Αυτή η σύλληψη ήταν, κατά τον Καστοριάδη, η γενεσιουργός δύναμη της αρχαίας δημοκρατίας αφού αφήνει τον άνθρωπο δημιουργό του δικού του νοήματος, σε έλλειψη κάποιου ανώτερου προϋπάρχοντος νόμου.

Αρχαία Ελλάδα και Δύση

Ασχολούμενος με το φαινόμενο της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας ο Καστοριάδης βρίσκει πάλι το φαινόμενο της αυτοθέσμισης και αυτονομίας ενώ αντικρούει την άποψη που θέλει το πολίτευμα αυτό να πηγάζει από τα φαινόμενα της δουλείας, της γεωγραφίας του Ελλαδικού χώρου ή την οπλιτική φάλαγγα. Όπως παρατηρεί, σε μια διάλεξη του στο Λεωνίδιο το 1984[8], η Γερμανία θα έπρεπε, με βάση το επιχείρημα της γεωγραφίας, να αποτελεί, ήδη από τον Μεσαίωνα, ένα ενιαίο κράτος. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε παρά μόνο πρόσφατα και ότι αυτός ο κατακερματισμός με τη σειρά του δεν οδήγησε σε καμία μορφή δημοκρατίας. Ούτε και η παρουσία της δουλείας σε άλλες κοινότητες, η οποία μάλιστα δεν ήταν βασικό στοιχείο της πρώτης δημοκρατικής κοινωνίας την εποχή του Κλεισθένη, οδήγησε αυτόματα στη δημοκρατία. Αντίθετα, η δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδος στηρίχτηκε όχι στην τάξη των δούλων αλλά σε αυτή των μικροεμπόρων, κάτι γνωστό στον ίδιο το Μαρξ, όπως επισημαίνει στην ίδια διάλεξη.
Το φαινόμενο της μικρής αυτονομούμενης πόλης κράτους αναδύεται ξανά στις ανεξάρτητες πόλεις της βορείου Ιταλίας κατά την Αναγέννηση, βασιζόμενη ξανά στην τάξη των μικροεμπόρων.
Η αρχαία Ελλάδα κατά τον Καστοριάδη δεν πρέπει να αποτελέσει πρότυπο αλλά έμπνευση για μία σύγχρονη αυτόνομη δημοκρατία.

Εργογραφία

Τα περισσότερα έργα του Καστοριάδη έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μερικά από αυτά είναι τα εξής:

Αναφορές

  1. Άλμα πάνω

    “Chronicle of the Life of Savitri Devi” by R.G. Fowler
    Άλμα πάνω
    R.G. Fowler. «"Savitri Devi: The woman against time"». Ανακτήθηκε στις 04-12-2013.
    Άλμα πάνω
    Καστοριάδης, Κορνήλιος (1944). «Εισαγωγή στη Θεωρία των Κοινωνικών Επιστημών». Ἀρχεῖον Κοινωνιολογίας καὶ Ἡθικῆς (2): 141-150.
    Άλμα πάνω
    Καστοριάδης Κ. (1999) Η «Ορθολογικότητα» του Καπιταλισμού. Εκδ. Ύψιλον σελ. 12
    Άλμα πάνω
    Καστοριάδης (1984) ΕΤ1 Παρασκήνιο. Διαθέσιμο από: το YouTube Βλέπε επίσης: Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα - Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο (Σεμινάρια 1982-1983) - Εκδόσεις Κριτική 2007
    Άλμα πάνω
    Καστοριάδης Κ. (1975) Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας σελ.100. Εκδ. Κέδρος
  2. Άλμα πάνω
     Καστοριάδης Κ. (1982) Η ελληνική ιδιαιτερότητα Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο: Σεμινάρια 1982-1983. Εκδότης: Κριτική
  3. Άλμα πάνω
     Καστοριάδης Κ. (1984) Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα Εκδ. Ύψιλον

Βιβλιογραφία

  • Σχισμένος Αλέξανδρος, Η ανθρώπινη τρικυμία. Ψυχή και αυτονομία στη φιλοσοφία του Κορνήλιου Καστοριάδη , εκδ. "Εξάρχεια", Αθήνα 2013.
  • Δεληγιώργη Αλεξάνδρα, Ο διαμελισμός του λόγου και η νεωτερική σκέψη. Από τον Καντ στον Καστοριάδη, εκδ. "Βάνιας", Θεσσαλονίκη 1991.
  • Μεταξάς Γιάννης, «Παλίμψηστο. Μια προσέγγιση στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας του Κορνήλιου Καστοριάδη». Γράμματα και τέχνες, 40 (1985), 25-27.
  • Ζήρας Αλέξης: «Κορνήλιος Καστοριάδης: φιλόσοφος ή σοφιστής;». Γράμματα και τέχνες, 40 (1985), 20-21.
  • Σχισμένος Αλέξανδρος-Ιωάννου Νίκος, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα . εκδ. "Εξάρχεια" , Αθήνα 2014
  • Μεταξάς Γιάννης, «Τα προγονικά φαντάσματα του Κορνήλιου Καστοριάδη». Γράμματα και τέχνες, 14 (1983), 12-13.
  • Παπαγιώργης, Κωστής: «Κορνήλιος Καστοριάδης: ένας σοφιστής». Τομές 64-65, (1980), 3-18.
  • Δερβάκος, Πέτρος: «Ο Κορνήλιος Καστοριάδης και η κριτική της παραδοσιακής σκέψης». Αντί, 164 (1980), 37-39
  • Τάσης, Θεοφάνης, Καστοριάδης: Μια φιλοσοφίας της αυτονομίας, Εκδόσεις Ευρασία, 2007.
  • Ελέας, Δημήτρης, Ιδιωτικός Κορνήλιος: Προσωπική μαρτυρία για τον Καστοριάδη, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2014.

Εξωτερικές συνδέσεις

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ

Vimeo[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

YouTube[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βίντεο: Κορνήλιος Καστοριάδης 1992 – Συνέντευξη στην Γαλλική τηλεόραση (Ελληνικοί υπότιτλοι)
____________
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια